Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Έρωτας...

Ποιος είπε ότι ο έρωτας, είναι στιγμές ονειρεμένες πασπαλισμένες με ροζ ζάχαρη;
Eίναι άγριος ο έρωτας και καμιά φορά ανυπόφορος.
Ούτε ρόδινα είναι όλα ούτε και εύκολα.
Μη δίνεις σημασία στα μυθιστορήματα. Δε ξέρουν τι λένε, ώρες-ώρες είναι να σε πιάνει τρέλα.
Αν δεν αντιμετωπίσεις το συναίσθημα αυτό, με ωμότητα, ποτέ δε θα καταλάβεις τι στ'αλήθεια είναι.
Κουράστηκα να κλείνω τα όνειρα μου στους τέσσερις τοίχους. Πότε θα αναπνεύσουν έξω απ'αυτούς;
Πότε η ουτοπία μου θα γίνει πραγματικότητα; Και αν γίνει θα'μαι όντως εντάξει με τον εαυτό μου;
Δεν σου μιλάω για ευτυχία εγώ. Ούτε την έμαθα, ούτε και θα την μάθω ποτέ. Φοβάμαι να την μάθω, ούτως ή άλλως.
Ο ευτυχισμένος άνθρωπος, κατ εμέ, επαναπαύεται και παραιτείται. Δε τη θέλω έτσι τη ζωή μου εγώ.
Μα, για τον έρωτα λέγαμε. Και ας μη το αφήνω μετέωρο το θέμα. Γιατί ο έρωτας δεν είναι θεωρίες. Το ξέρεις αυτό;
Ο έρωτας είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ένα χαμόγελο, δυο μάτια που σε κοιτούν διαφορετικά.
Και εγώ ερωτεύτηκα. Και εν τέλει και ο έρωτας, ξέρεις, ο ''έτσι'', με ερωτεύτηκε επίσης. Ω, ναι! Ανήκω στους τυχερούς.
Δεν το'θελα να ερωτευτώ. Ένιωθα πως δεν ήμουν σε καλή εποχή για κάτι τέτοιο. Το απέφευγα όπως ο διάολος το λιβάνι.
Μα, όσο και αν κρύβεσαι από τον έρωτα, εκείνος πάντα θα σε βρει.
Τα χάρισα και εγώ όλα σε έναν άνθρωπο και τίποτε δε δέχτηκα από αυτόν. Δε θα πω, ότι το'κανα από ντροπή ή άλλες τέτοιες ανοησίες. Εγωισμός, μωρό μου, ξεκάθαρα.
-Σε φαντάζομαι ήδη να λες : ''Και τώρα τι ; Τα θες όλα πίσω; Ορίστε.'' -
Υπήρξα για αυτόν, κατ'αρχήν φίλη! -Μωρό μου, σοβάρα. Ήταν άλλη κοπελιά τόσο άνετη με τα γκομενιλίκια σου;-
Αδερφή & Μάνα. -Σε ντάντεψα μέχρι αηδίας. Καθησύχασα τους φόβους σου και ύπηρξα μαζί σου καλή σε σημείο ηλιθιότητας.-
Και βέβαια, η γκόμενα, το κοριτσάκι, η γυναίκα του. -Ανάλογα με τα κέφια σου, ε;-
Έρωτας είναι,λένε, μαγικές βραδιές. Εντάξει, το δέχομαι. Μα είναι και βραδιές άθλιες,παγωμένες,υγρές.
Πόσα βράδια δε ξενύχτησα με τη σκέψη του Πρίγκηπα που'ρθε πάνω στην μηχανή; Και αν έκλαιγα θα'ταν όμορφα, ίσως συνηθισμένα και ίσως ακόμη τρυφερά.
Μα, από πείσμα, έκλαψα ελάχιστα με την ιστορία αυτή. Ποια; Εγώ. Που'κλαιγα του σκασμού.
Μονάχα, σκεφτόμουν. Έβαζα κάτω όσα γινόντουσαν, όσα δεν γινόντουσαν και όσα ρε πούστη έπρεπε να γίνουν.
Βασανιζόμουν με τη σκέψη αν αξίζει να'μαι μαζί του. Με βάση τη λογική, δεν άξιζε. Μα, ξέρεις τι;
Η ψυχή μου, το είναι μου, ήτανε γεμάτα από ένα γαμημένο ''Σ'αγαπάω'' που όσες φορές και αν του'το λεγα, πάντα ένιωθα πως του το χρωστούσα.
Ο έρωτας, επίσης, όπως τον βίωσα εγώ, είναι ανελέητοι εξευτελισμοί. Και οι ερωτευμένοι εξευτελίζουν. Και είναι ανυπόφορο, καμιά φορά.
Όλοι το λένε, πως οι καυγάδες, είναι το αλατοπίπερο στη σχέση. Μα, γιατί, οι πούστηδες, δε λένε, πως είναι λάδι, σε μια φωτιά που καιεί;
Οι βρισιές δεν με πειράζουν και τόσο σε έναν καυγά. Άλλωστε και εγώ αθυρρόστομη είμαι και νιώθω απόλυτα. Τα βλέμματα είναι που πονάνε.
Ρε παιδί μου, μ'αγάπησε. Το είδα καθαρά, το ένιωσα, καθρεφτίστηκε μέσα στα μάτια του. Πώς γίνεται αυτά τα ίδια μάτια σε κάθε καυγά να ξεσκίζουν με μίσος τη σάρκα μου; Μήπως όμως και εγώ τα ίδια δεν κάνω;
Στην αρχή, οι καυγάδες μας, ήτανε αθώοι. Ύστερα, έγιναν πιο μεθοδευμένοι.
Διαλέγαμε με προσοχή, κάθε κουβέντα και τη λέγαμε, έτσι ώστε, να πληγώσει ο ένας τον άλλον όσο περισσότερο γίνεται.
Ανασύραμε μνήμες από το παρελθόν, προκειμένου να προκληθεί και άλλος πόνος.
Πολλές φορές τα βρίσκαμε. Άλλοτε υποχωρούσα εγώ, άλλοτε αυτός και καταλήγαμε σε ένα κρεβάτι.
Τη διέξοδο τη ψάχναμε στην ηδονή. Τάχα μου, όλα ήταν εντάξει. Κοροιδεύαμε ο ένας τον άλλον και ύστερα τους εαυτούς μας, μα ούτε που το ομολογήσαμε ποτέ.
Αν δεν είναι αυτό ωμότητα, τι είναι; Φρίκη!
Ο άνθρωπος είναι σκληρό ον και άκαρδο. Αλήθεια.
Σου λένε, έτσι είναι τα φλογερά τα πάθη. Ζήσαμε λοιπόν ένα φλογερό πάθος; Μήπως το ζούμε ακόμη; Ποιος ξέρει; -Τίποτε δε ξέραμε, ποτέ, αγάπη μου.-
Χθες κοιμηθήκαμε ξανά μαζί. Καμιά φορά μου'ρχοταν ζαλάδα. Ύστερα, μ'αγκάλιασε. Ως τι αγκαλιαστήκαμε; Ως εραστές; Ως φίλοι; Ως τι, ρε πούστη μου;
-Μου'λεγες, να μην με νοιάζει τίποτα, αφού καλά περνάμε μαζί.-
Το θέμα είναι πως περάσανε δυο χρόνια, τα οποία νιώθω να με βαραίνουν. Αλλάξαμε, υποτίθεται,ωριμάσαμε. Μα, ακόμα με τα ίδια πάθη και λάθη παλεύουμε.
Οι καλές μας μέρες, φύγανε πια, πάνε. Το πιστεύω. Τα χρυσά έτη, δε ξανάρχονται, ούτε οι παλιές οι δόξες.
Μας είχανε για πρότυπο ζευγαριού παλιότερα.Μας θαυμάζανε, μας ζηλεύανε κιόλας μερικοί. Μα, έξω απ'το χορό πολλά τραγούδια λέγονται.
Θα τη φαντάστηκαν όμορφη τη σχέση μας. Μωρέ, δε λέω πως δε τα περάσαμε και όμορφα, έτσι;
Εμείς την καταντήσαμε μίζερη, σαν εμάς την κάναμε.
Τι άσχημες ήταν κάτι νύχτες, Θέ μου, που κοιμόμασταν στο ίδιο κρεβάτι, μα δεν ήθελα ούτε να με ακουμπήσει τυχαία; Τον σιχάθηκα πολλές φορές, άλλες θέλησα να τον σκοτώσω, μήπως και ζήσω εγώ.
Άλλες φορές πάλι, πιστεύαμε πως όλα θα διορθωθούν, αν κάναμε ο ένας τον άλλον να ζηλέψει λιγάκι. Πλάστηκαν υποθετικοί εραστές, φλερτάραμε ανυποψίαστους, σκοτωθήκαμε μεταξύ μας, ύστερα τα βρίσκαμε προσωρινά και μετά πάλι τα ίδια.
- Χθες με ρώτησες, τι θα κάνουμε. Τι να σου πω και εγώ; Σκάσε και κολύμπα!
Και ύστερα μου ψιθύρισες, κοιτώντας με, με νόημα, ''Βάλαμε φωτιά στα φρένα και μας έμεινε το γκάζι...''
Το θέμα είναι πως τα φρένα, πάντοτε κομμένα ήτανε.
Ένα έχει σημασία στην τελική.
-Κάποτε σ'αγάπησα παράφορα. Και εσύ το ίδιο; Το ξέρω.-

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Φίλε...

Σε νιώθω να απομακρύνεσαι και δεν μπορώ να κάνω κάτι για να το αποτρέψω. Ίσως, να'χεις δίκιο. Μπορεί και εγώ να απομακρύνομαι άθελα μου. Είναι η φάση που περνάμε, λέμε και ηρεμούμε. Είναι όμως στ'αλήθεια έτσι; Εντάξει και οι δυο πονάμε για έρωτες, ok δίνουμε και πανελλήνιες. Υποτίθεται όμως πως είμαστε και κολλητοί, αδέρφια να πούμε καλύτερα. Όμως αυτά δεν είναι παρά λόγια. Και οι δύο τα λόγια τα'χουμε πολύ εύκολα, είναι η αλήθεια. Εσύ είσαι ρητορικός,ενώ, εγώ απίστευτα πολυλογού. Το θέμα είναι πως στις πράξεις κολλάμε. Φερόμαστε άραγε όπως θα φέρονταν δυο φιλαράκια αληθινά;

Δεν πάει και καιρός που αρχίσαμε τα πάρε-δώσε. Ούτε δυο χρόνια δεν έχουμε ακόμα κλεισμένα. Εσύ ήσουν καινούριος στο τμήμα και στην αρχή ούτε καν σου είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία. Γελούσα βέβαια με τις σαχλαμάρες σου όποτε σηκωνόσουν στον πίνακα. Ύστερα,έτυχε να'ρθεις να κάτσεις στο από πίσω θρανίο. Συχνά σ'άκουγα να σιγοτραγουδάς, άλλοτε λυπημένα και άλλοτε χαρούμενα τραγούδια. Μερικές φορές γελούσα με τη διπλανή μου, άλλες πάλι σκεφτόμουν τι σε βασανίζει και το'χεις ρίξει στα λυπητερά. Μια μέρα τραγούδησες ένα κομμάτι από τα αγαπημένα μου. Ήμουν και στις μαύρες μου εκείνη την μέρα και άρχισα, δίχως να το καταλάβω, να τραγουδάω μαζί σου. Ήτανε το ''Αερικό'' του Θανάση του Παπακωνσταντίνου. Στο δεύτερο κουπλέ κοιταζόμασταν χαλαρά, σαν ερωτευμένα περιστεράκια. Ο Νίκος, που καθόταν ένα θρανίο πίσω από εσένα μουρμούρισε γελώντας ''Με τα μάτια μιλάτε εσείς και δεν ξέρει τι λέτε κανείς''. Το αποτέλεσμα ήταν, να μας πετάξει ο καθηγητής έξω. Και από τότε, ήτανε φαίνεται γραπτό, να μας πετάξουν πολλές φορές ακόμα έξω μαζί.

Βγήκαμε λοιπόν έξω και για δέκα λεπτά δεν μίλησε κανείς μας. Κάπου-κάπου σε κοιτούσα. Εσύ κοίταζες το απέραντο κενό,χαμένος στις σκέψεις σου. Κάποτε, τα βλέμματα μας συναντήθηκαν και μας έπιασαν τα γέλια. Μετά, βαλθήκαμε να μιλάμε λες και γνωρίζομασταν χρόνια. Όταν χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα, χωρίς πολλά-πολλά, βουτήξαμε τις τσάντες και την κοπανήσαμε για την υπόλοιπη μέρα. Και ας τέλειωνε μόλις η πρώτη ώρα. Γυρίσαμε ολόκληρη την πόλη μιλώντας, γελώντας και πειράζοντας τους περαστικούς. Και κάπως έτσι γίναμε φίλοι. Και καλά περάσαμε και καλά δηλαδή περνάμε ακόμα. Με το χαβαλέ, την πλάκα, το γέλιο, το διάλογο. Κυρίως το διάλογο. Δεν υπάρχει πιο μαγικό πράγμα, από το να κάθεται κάποιος απέναντι σου και να σε παρακαλεί απεγνωσμένα με το βλέμμα, να του μιλήσεις. Αλήθεια σου το λέω.

Βέβαια, αυτές τις μαλακίες, ότι δηλαδή δε θα χωρίσουμε ''ποτέ'' και ότι θα'μαστε για ''πάντα'' φίλοι, τις έχουμε πει και εμείς. Σε στιγμές έξαρσης ή μάλλον καλύτερα μεθυσιού. Α, μα τι μεθύσια έχουμε κάνει εμείς οι δύο! Και πως έχουμε καταλήξει ύστερα από κάτι τέτοιες βραδιές στα σκαλιά της πολυκατοικίας, της δικιάς μου ή της δικιάς σου! Να τραγουδάμε αγκαλιασμένοι στα σκαλιά, να χορεύουμε, να μαλώνουμε, να κλαίμε, να γελάμε, να συζητάμε σοβαρά θέματα, να λέμε θεατρικούς διαλόγους, να παίζουμε μέχρι και χαρτιά. Μεθυσμένη σου είχα πει και πως σ'αγαπώ. Και μεθυσμένος μου'χες απαντήσει πως και εσύ μ'αγαπάς. Ώρες-ώρες, άμα έχεις κέφια, κάνεις παράφραση του γνωστού στίχου και μου λες ''Πριν 10 μήνες μεθυσμένη μου είπες σ'αγαπώ...''. Μια άλλη βραδιά, μεθυσμένοι ήμαστε πάλι και βρεθήκαμε να φιλιόμαστε, γύρω στις 4 το πρωί. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως ήμαστε και ερωτευμένοι. Αν και θεωρείσαι από τους ωραίους του σχολείου, για σένα νιώθω, ένα εντελώς διαφορετικό είδος αγάπης, που ίσως να ξεπερνά το μεγαλείο του έρωτα. Ήταν απλώς η βραδιά εκείνη έτσι. Μια παρηγοριά ψάχναμε, τίποτα παραπάνω.

Μετά, έμπλεξες με το τετραπέρατο Αλικάκι. Την ερωτεύτηκες και ας μη τολμάς να το παραδεχτείς ούτε στον εαυτό σου. Αργότερα όμως, έμπλεξαν τα πράγματα, η σχέση σας χάλασε και μαζί της καταστράφηκες και εσύ. Συχνά, αποζητούσες την μοναξιά, χανόσουν για ώρες, κάπνιζες ασταμάτητα, άλλοτε πάλι βρισκόμασταν και δεν ήθελες να μου μιλάς. Μα, σου μίλησα εγώ, για να σε συνεφέρω. Σου τραγούδησα ακόμη και σου χόρεψα για να σε διασκεδάσω, για να σε δω να γελάς, που το κάνεις τόσο όμορφα. Σ'αγκάλιασα και σου'πα λόγια, που δεν συνηθίζω να λέω, για να σε δω να ηρεμείς. Και στην αρχή, όντως, τα κατάφερα. Όμως πριν λίγο καιρό, αυτή την έπεσε κάπως άγαρμπα, τολμώ να πω, στον πρώην μου. Τότε αρχίσαμε να μαλώνουμε και εμείς. Γιατί; Για μαλακίες. Καμιά φορά λέμε και άσχημα λόγια που δεν τα εννοούμε, γιατί ύστερα ζητάμε συγγνώμη, βουρκωμένοι. Μου λες ότι νιώθεις, πως με χάνεις. Και εγώ το ίδιο νιώθω. Και δε ξέρω πια τι να πιστέψω.

Ίσως να μη ταιριάζουμε τελικά σε πολλά. Εσύ ανέκαθεν ήσουν σοβαρός, μετρημένος, λογικός, ήρεμος, ισορροπημένος. Μια ήρεμη δύναμη, μια ήρεμη θάλασσα, χωρίς πολλές τρικυμίες. Εγώ ποτέ δεν ήμουν έτσι, ούτε καν το προσπάθησα ποτέ. Πάντα λίγο πιο παλαβή, πιο πολυλογού, πιο οξύθυμη, πιο χυδαία, πιο ασυμβίβαστη και πάντα ερωτευμένη με τον ίδιο άνθρωπο. Καμιά φορά, λες πως μοιάζω με ηφαίστειο. Ίσως να'χεις και δίκιο, μα δεν έχω εκραγεί ακόμα και αυτό είναι το επικίνδυνο. Συνήθως, σε κάνω να γελάς, ενώ, εσύ με βάζεις σε σκέψεις με τα συμπεράσματα και τις απόψεις σου. Εσύ με ακούς πολλές φορές σιωπηλός, ενώ, εγώ πάντοτε σε διακόπτω για να πω το σχόλιο μου. Εσύ με συμβουλεύεις αφού πρώτα σκεφτείς,ενώ,εγώ λέω ό,τι μου κατέβει εκείνη την ώρα στο κεφάλι. Θα μου πεις, πως οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι. Όμως, εδώ μιλάμε, για δυο ανθρώπους αντίθετους. Και δε ξέρω που θα μας βγάλει αυτό.

Με έχεις στηρίξει και σε έχω στηρίξει. Και αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς. Πόσες βραδιές δε ξενυχτήσαμε ξαπλώμενοι ο ένας πλάι στον άλλο; Πόσες φορές δεν τελειώσαμε τα 1500 λεπτά του what's up σε 3-4 μέρες; Πόσο πολύ έχω νιώσει να σ'αγαπάω, ώστε να αισθάνομαι, πως άλλο δε θα αντέξω; Tώρα όμως δε ξέρω. Ώρες-ώρες είναι σαν να μην έχουμε τι να πούμε. Δε γελάμε όσο γελούσαμε και πολλά τα κρατάμε μέσα μας και δεν τα λέμε ο ένας στον άλλο. Ωστόσο, πάντα καθόμαστε μαζί και πάντα σου κρατάω το χέρι όταν είμαστε έξω μαζί. Πάντα σου μιλάω με τα μάτια και πάντα νιώθω να μου απαντάς με τον ίδιο τρόπο. Όμως σε βλέπω να κλείνεσαι και ώρες-ώρες να χάνεσαι στις σκέψεις σου και τρομάζω. Φοβάμαι και ντρέπομαι που σου το λέω, γιατί μου'χες πει να μη φοβηθώ ποτέ. Γιατί έχω εσένα. Δε θέλω να σε χάσω. Δε θα μπορέσω να προχωρήσω. Εσύ δεν είσαι γκόμενος. Είσαι φίλος, είσαι το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής μου! Και θέλω πάντα να βλέπω αυτά τα μάτια, να ακούω αυτό το γέλιο και αυτή τη φωνή, να πορεύομαστε μαζί.

Χθες, ήρθα σπίτι σου. Είχα μέρες να το κάνω. Έχεις κολλήσει πάνω από το γραφείο σου δυο φωτογραφίες. Στην μια είμαστε μαζί και με έχεις αγκαλιά στα χέρια σου. Στην άλλη είμαι μόνη μου. Είναι απ'τις διακοπές στην Κέρκυρα, είναι 6 το πρωί και είμαστε σε μια παραλία. Είμαι γονατισμένη και έχω τα χέρια προς τον ουρανό, κοιτώντας ψηλά με μια απερίγραπτη λατρεία. [Τύφλα ήμουν , τι περίμενες;] Ήθελα στ'αλήθεια να βάλω τα κλάμματα και για να μη το κάνω πέταξα μια στοίβα βιβλία κάτω. Αγκαλιαστήκαμε και τελικά κλάψαμε για κάποια λεπτά. Σε παράκαλεσα να τραγουδήσεις το ''Όνειρο'' του Χατζιδάκι που τόσο αγαπώ να τ'ακούω από εσένα και το'κανες δίχως να παραπονεθείς για πρώτη φορά. Ύστερα, χορέψαμε rock'n'roll όπως μου το ζήτησες. Πέσαμε ξέπνοοι στο τέλος στο πάτωμα και γελάσαμε. Μου είπες πως δεν θες να με χάσεις. Ούτε και εγώ το θέλω. Μακάρι να μη σε χάσω... Θα το παλέψω πάντως με όση δύναμη έχω. Και θα χορεύουμε rock'n' roll και θα σου τραγουδάω και θα σε κάνω να γελάς και θα σου μιλάω για όσο θες και όπως θες, ώσπου να μην αντέχω άλλο. Αλήθεια σου το λέω...

Και αυτό είναι για σένα, γιατί είσαι από τα άτομα, που τώρα τελευταία, όλο σε κομμάτια με σπας...
Μα το αντέχω...
Γιατί σ'αγαπάω. Το πιο τραγικό είναι πως ποτέ δε θα καταλάβεις το πόσο.
Και θα φταίω και εγώ. Και θα φταις και εσύ.
Και θα φταίμε για πολλά...

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Γενικά & Αόριστα.

Μου λέει συχνά ο Γιώργος, πως σαν τις άλλες δεν είμαι. Διαφέρω λέει, από το σημερινό πρότυπο γυναίκας. Στη συμπεριφορά, στον τρόπο ομιλίας, στη σκέψη. Εγώ, αν και του επισημαίνω πως λέει βλακείες, κατά βάθος το χαίρομαι,ίσως να νιώθω και λιγάκι περήφανη για τον εαυτό μου. -Ας νιώσω περήφανη και για εμένα, μια φορά!- Δε ξέρω αν είμαι όντως ξεχωριστή,πάντως ανέκαθεν το ήθελα. Δεν εννοώ, βέβαια, πως θέλω να βρίσκομαι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Θέλω,απλώς, να διαφοροποιούμαι από την μάζα. Το ''απλώς'' βέβαια, είναι σχετικό. Άραγε είναι εύκολο αυτό; Δε ξέρω, φίλε, στ'αλήθεια. Πάντως, τώρα που κοντεύω 18, ξέρω τι θέλω να γίνω και πολύ περισσότερο τι ΔΕΝ θέλω να γίνω. Δε θέλω να γίνω ούτε σαν την μάνα μου, ούτε σαν τις διάφορες κατίνες που κυκλοφορούν γύρω μου, ούτε σαν τους σαχλούς,αμόρφωτους, συνομήλικους μου.

Πάντως, είναι πολύ πιθανόν να μη γίνω η τυπική σύζυγος. Μη σου πω, ότι παίζει και να μην παντρευτώ. Δεν είμαι της άποψης ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα. -Μωρέ, αν υπάρχει έρωτας επιβιώνει και σε πολύ χειρότερες καταστάσεις-. Απλώς, εγώ προσωπικά, δεν μπορώ να αισθάνομαι την οποιαδήποτε, την παραμικρή -πιθανή- στέρηση της ελευθερίας μου. Στο γάμο δίνεις όρκους, κάνεις υποχωρήσεις, γίνεσαι χαλί να σε πατήσει ο άνθρωπος σου. Η κοινωνία, μας θρέφει ακόμα με την αντίληψη, πως ο άνδρας είναι ο αρχηγός. Κατά βάθος, το πιστεύουν και αυτοί, το πιστεύουμε και οι γυναίκες. -Εγώ τουλάχιστον-. Εγώ όμως, είμαι για να φεύγω. Είναι η κατασκευή μου έτσι δηλαδή. Και όταν γουστάρω να φεύγω, θέλω να βροντάω πίσω μου την πόρτα και κανείς να μη με ρωτάει πως και γιατι και που πηγαίνω. Ντάξει, θα μου πεις, χαλάρωσε κοπελιά. Σε κοινωνία ζεις με άλλους ανθρώπους. Ντάξει και εμένα τι με νοιάζει; Εγώ δε ζήτησα ποτέ λογαριασμό και από κανέναν για το που πάει, τι θέλει να βρει στη ζωή του κ.λ.π. Και δεν έχει να κάνει με το αν ενδιαφέρομαι, μα με το ότι εμένα ουσιαστικά, δε με αφορούν τέτοια θέματα.

Επιπλέον, θέλω να ταξιδέψω, να δουλέψω, να ερωτευτώ, να μεθύσω, να γελάσω, να φεύγω, να γνωρίζω, να αισθάνομαι. Τίποτα δεν έχω ζήσει ακόμα, μα την Παναγιά! Δεν θέλω να'χω να φροντίζω ένα σπίτι, να μαγειρεύω, να πλένω, να σιδερώνω. Στο κάτω-κάτω ρε φίλε, δεν θέλω να περάσω τη ζωή μου, μέσα σε νερά, σε κατσαρολικά και σε μπουγάδες. Δε θέλω να κάθομαι στον άνδρα μου για να εκπληρώσω το συζυγικό μου καθήκον. Τι καθήκοντα και κουραφέξαλα; O άνθρωπος κάνει σεξ όποτε του αρέσει και με αυτόν που του αρέσει. Θα μου πεις, άμα αγαπήσεις, δε θα τα σκέφτεσαι αυτά. Μωρέ και αγαπήσαμε και την πατήσαμε και γάμησε τα. Και σκέπτομαι, ας πούμε...εδώ στη σχέση -και μην πούμε σε τι ποιότητα σχέσης αναφερόμεθα- και πιέστηκα, στο γάμο τι θα γίνει; Χαλιέμαι πολύ στη σκέψη, ότι κάθε μέρα θα ξυπνάω δίπλα στον ίδιο άνθρωπο. Δεν είναι ότι δε θα τον αγαπάω. -Που και αυτό παίζει δηλαδή, αν δεν σου κάτσει η φάση- Είναι ότι θα έχω αυτή την οδυνηρή αίσθηση της ασφάλειας, της σταθερότητας...της ρουτίνας με άλλα λόγια. Πιστεύω, στους γάμους δεν παύει να υπάρχει ο έρωτας. Έλα όμως, που κάνει την εμφάνιση της η βαρεμάρα. Και εκεί τι γίνεται, μου λες;

Βέβαια, όταν τα λέω αυτά στην μάνα μου -πολύ πιο κομψά βεβαίως-βεβαίως-, εκείνη παθαίνει ένα ταράκουλο. ''Και παιδί πως θα κάνεις; Αν δεν κάνεις παιδί, τι θα γίνει όταν φτάσεις στα 60;'' Ρε μάνα, έγκυες μένουν μόνο οι παντρεμένες; Ένα παιδί θα'θελα να το αποκτήσω στο -μακρινό- μέλλον, είναι η αλήθεια. Αλλά θα'θελα να το μεγαλώσω μόνη μου, να του μάθω εγώ να ζει, να το αφήσω ελεύθερο για να αναπτύξει την προσωπικότητα του, για να μορφωθεί, για να αγαπήσει ό,τι πρόκειται να αγαπήσει. Δε το βρίσκω κακό να είναι μια γυναίκα ανύπαντρη μητέρα και απορώ γιατί αυτό το θέμα θεωρείται ακόμα taboo στην Ελλάδα. Θα μου πεις και τι θα γίνει με το αντρικό πρότυπο; Θα σου πω εγώ. Ξέρω οικογένειες φυσιολογικές που λένε, με μπαμπά, μαμά, παιδάκια, σκυλάκια και λοιπές μαλακιούλες. Και γίνονται τέτοια έκτροπα στον κόσμο από πατεράδες ή και μανάδες σε βάρος των παιδιών τους που είναι να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο.

Το θέατρο, άλλωστε, δε το αγάπησα τυχαία. Στην Ελλάδα, οι θεατρίνες ήτανε που πρωτοστάτησαν στα παλιά τα χρόνια σε πολλά πράγματα. Οι θεατρίνες ήταν οι γυναίκες που έκαναν πρώτες δημόσια εμφάνιση καπνίζοντας,που έπιναν,που ξενυχτούσαν,που έδιναν συνεντεύξεις, που είχαν εφήμερες σχέσεις ή ακόμη και της μιας βραδιάς. Και μιλάμε για μια Ελλάδα, γύρω στο '50-'60. Αλλά και παλιότερα ακόμη. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις,οι θεατρίνες ήταν εκείνες που διαχειρίζονταν μόνες τους θεατρικές επιχειρήσεις. Μα,θεωρούνταν εύκολες, ελαφρόμυαλες, πρόστυχες. Πουτάνες δηλαδή. Η πλειονότητα των γυναικών της εποχής, ειδικά όσες ζούσαν σε χωριά, δεν είχαν ούτε ευκαιρίες μόρφωσης, ήταν υποταγμένες στον άνδρα τους, ήταν υπεύθυνες μόνο για τη φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών και η γνωμή τους δεν μετρούσε. Το χειρότερο είναι, πως αυτές οι γυναίκες, αυτό το αποδέχονταν, σαν κάτι φυσικό. Ακριβώς, γιατί αυτό είχαν μάθει.

Δεν είμαι καμιά έξαλλη φεμινίστρια, ούτε παράλογη. Και ούτε θέλω τη φαλλοκρατία να τη στρέψουμε σε αιδοιοκρατία, που λέει και ο Άσιμος.Η αλήθεια είναι βέβαια, πως λίγο παλαβή είμαι.Όλοι μου το λένε. Έχω ακούσει πολλά στην ως τώρα ζωή μου και έχω διαβάσει πολλά περισσότερα, γι'αυτό και ίσως τα μυαλά μου να παραπήρανε αέρα. Δε ζητάω πολλά στην τελική. Μονάχα,να φεύγω. Να αλητεύω, να γυρίζω, να γνωρίζω, να μην μένω πουθενά,να εξαφανίζομαι όποτε το θέλω. Δεν γουστάρω τις βιδωμένες σχέσεις, δεν τις μπορώ. Λένε πως στα νησιά, ο νους των ανθρώπων ανοίγει. Μωρέ, να σου πω, εγώ για κολλήματα από νησιώτες, να πάθεις, για τι ρατσισμούς και φοβίες, να μείνεις. Άλλο είναι μωρό μου, ο θεσσαλικός κάμπος, αλήθεια στο λέω.


Σημείωση: Ίσως για όλα αυτά, να ευθύνεται το γεγονός, πως ο πρώην μου ήταν πολύ φαλλοκράτης, ρε παιδί μου. Τόση καταπίεση 2 χρόνια, πως στο διάλο θα ξεσπάσει αλλιώς;

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Τι ψυχοσύνθεση και αυτή...

Συχνά, χτυπάω νευρικά τα δάχτυλα μου, στο ξύλινο γραφείο μου. Τικ Τακ, Τικ Τακ, ο Γιώργος με ειρωνεύεται. ''Φαίνεται σε βοηθάει το Τικ Τακ, σε ηρεμεί.'' Χθες, πάλι ήτανε δύσκολη νύχτα. Ευτυχώς, είχα και το Γιώργο, που μ'άκουγε ο καημένος,αδιαμαρτύρητα. Με πιάσανε τα κλάμματα στα ξαφνικά. Δε γουστάρω να κλαίω μπροστά σε άλλους, ακόμα και αν αυτός ο άλλος είναι ο Γιώργος. Χθες, όμως δεν άντεξα. Έκλαιγα για τις πανελλήνιες που δεν λένε να'ρθουν, για την νομική και την υψηλή της βάση, για τον Άρη που σε λίγες μέρες επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, για τους γονείς μου που δε δείχνουν να με καταλαβαίνουν, για τον εαυτό μου που τον έχασα μέσα στις σελίδες των αρχαίων, για την Άλικη που στη ψύχρα την έπεσε στο Σταύρο, για το Γιώργο που δεν λέει να ξεκολλήσει από τα παρδαλά φουστάνια της Αλίκης, για τις σχολικές παραστάσεις που δεν θα κάνουμε πια, για την Κατερίνα που μου φέρεται τόσο καλά, ενώ, εγώ τη ζαλίζω, για τη Χριστίνα που με στηρίζει όλο αυτό τον καιρό όσο μπορεί.

''Η εφηβεία τα κάνει όλα μωρό μου'', μου'λεγε τις προάλλες ο Σταμάτης. Ποια εφήβεια; Ακόμα εφήβεια; Την πέρασα την εφηβεία και ήτανε τόσο άχαρος, στ'αλήθεια, ο καιρός εκείνος. Δεν έχω νεύρα φέτος. Δεν ξεσπάω, χωρίς λόγο, σε κοντινούς μου ανθρώπους. Δε γίνομαι παράλογη -συνήθως-. Άλλη είναι η αιτία. Οι ανασφάλειες μου ευθύνονται, που μέρα με την μέρα πληθαίνουν. Ανασφάλειες για το μέλλον -και το κοντινό και το μακρινό-, ανασφάλειες για τις σχέσεις που έχω αναπτύξει με διάφορους ανθρώπους. Το βαθύτερο αίτιο βέβαια, -γιατί να το κρύψομεν άλλωστε;- είναι οι πανελλαδικές που θα δώσω τον Μάιο. Είναι φορές που διαβάζω, για παράδειγμα, βιολογία και οι λέξεις χοροπηδούν μπροστά στα μάτια μου. Τηλεφωνώ στο Γιώργο, πετώντας το βιβλίο στην άλλη άκρη του δωματίου, με όλη τη δύναμη του σώματος και την μανία της ψυχής μου. Συχνά, τον ρωτάω, ''Μάταια διαβάζω. Δε θα περάσω. Και να περάσω δηλαδή, ποιο το νόημα; Άνεργη θα καταντήσω.'' Ο Γιώργος, συνήθως, μου απαντά αναστενάζοντας. Από το σημείο αυτό, αρχίζει μια συζήτηση, που έχει γίνει ίσα με 500 φορές, μα δε τη βαριόμαστε ποτέ. Πάντα προσθέτουμε μια καινούρια ιδέα ή απόψη, ένα καινούριο φόβο. Ύστερα, κλείνουμε το τηλέφωνο.Εκείνος επιστρέφει στις ατέλειωτες ασκήσεις του και εγώ στην ανεξάντλητη θεωρία μου.

Έχω και τον Άρη με τις αμπελοφιλοσοφίες του. ''Σημασία, κορίτσι μου, δεν έχει ο προορισμός, αλλά το ταξίδι.'' Μωρέ και εγώ τα'λεγα αυτά. Στην πράξη, τι γίνεται, μου λες; Θέλω να πω...ακόμα και ο Οδυσσέας μετά το φοβερό και τρομερό του ταξίδι έφτασε στην Ιθάκη. Ο Άρης είναι στην νομική και με καταλαβαίνει. ''Και να χάσεις μια χρονιά, πάντως, δεν έγινε και τίποτα''. Ε, λοιπόν, αυτό το λένε πολλοί. Μωρέ και εγώ αν δεν έδινα και έδινε, ξέρω γω, ο γείτονας, θα του'το λεγα αυτό. Και έξω από το χορό πολλά τραγούδια λέγονται και οι άνθρωποι εύκολα ξεχνάνε. Πόσο κουράγιο να'χω να ξαναπεράσω αυτό το λούκι; Ζηλεύω πάντως. Ζηλεύω όσους δεν δίνουν φέτος ή όσους έχουν δώσει ήδη. Περπατάμε με το Γιώργο στους δρόμους και όταν βλέπουμε μικρά παιδιά, χαμογελάμε χαιρέκακα. ''Ε, ρε τι σε περιμένει και εσένα μικρούλη'', ψιθυρίζουμε. Ή αν ακούω συμβουλές από άτομα που έχουν δώσει σκέφτομαι, ''Εμ, βέβαια...εκ του ασφαλούς λέγονται πολλά.'' Έχω γίνει κακιά και ζηλιάρα. Αν και ο Σταύρος επιμένει πως δεν πρέπει να ανησυχώ και πως όλα αυτά είναι απολύτως λογικά. Μου χαμογελάει με κατανόηση. ''Θα περάσει, μικρή μου. Θα περάσει και αυτό.'' Θα περάσει ναι, όλα περνάνε κάποτε. Το θέμα είναι τι απώλειες θα σημειωθούν και τι πληγές θα προκληθούν.

Είναι και το θέατρο μωρέ, με το οποίο έχω ανοιχτούς λογαριασμούς. Συζητούσα μια μέρα με τον Μιχαλή, τον καθηγητή στο ΔΗΠΕΘΕ, που επιμένω να του μιλάω στον πληθυντικό και που επιμένει να τον αποκαλώ απλώς με το όνομά του. Του εξομολογήθηκα όσα με απασχολούν, εκείνος έδειξε να με καταλαβαίνει.Κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση και μου είπε, ''Αχ, κορίτσι μου, θέλει δύναμη και κουράγιο η φετινή χρόνια. Τι θα κάνεις στο μέλλον με το θέατρο; Εκεί και αν θέλει κουράγιο.'' Βέβαια, αυτά μου τα λέει, επειδή θέλει να με κάνει να αισθανθώ καλύτερα, γνωρίζοντας την αγάπη μου για το θέατρο. Μια άλλη φορά, μου'χε πει χαριτολογώντας, ''Είσαι σκέτη αναρχία. Μου θες και θέατρα!Θέλει πειθαρχία αυτό , κούκλα μου!'' Και ύστερα, εγώ του είπα, δίχως να χαριτολογώ, πως σκέφτομαι να μην πάω τελικά σε καμιά δραματική σχολή. Η φωνή μου ήτανε απολύτως σταθερή, τα μάτια μου στεγνά και το μυαλό και η καρδιά μου μουδιασμένα. Με κοίταξε σοβαρός και άρχισε να παίζει νευρικά με το στυλό που κρατούσε στα χέρια του. ''Είναι τρελές αυτές οι θεατρίνες'', μουρμούρισε. Ύστερα, απευθύνθηκε σε εμένα. ''Αν εσύ δε γίνεις ηθοποιός,εγώ θα βάλω φωτιά στο σπίτι μου.'' Τον κοίταξα υπεροπτικά. ''Τι θα χάσω άμα δε γίνω;'' Χτύπησε το χέρι του στο γραφείο του. ''Οι άλλοι θα χάσουν, ηλίθια!'' Η συζήτηση σταμάτησε εκεί, η σκέψη ακόμα τριβελίζει το μυαλό μου...

Χθες, μας πήρε το ξημέρωμα, με το Γιώργο σε ένα παγκάκι, συζητώντας για το ένα και το άλλο. Σ'ένα όμορφο πάρκο, με ψηλά έλατα τριγύρω και παρτέρια με λουλούδια. Μόνο που κάθε βράδυ, μαζεύει διάφορους και μπορεί να φαίνεται λίγο τρομακτικό. Μα, αν έχεις κάποιο δικό σου δίπλα σου και τα δικά σου τα προβλήματα, δε δίνεις σημασία σε αυτά. Απεναντί μας, κάθισε κάποια στιγμή, ένας άνδρας γύρω στα 35. Δεν ήταν Έλληνας, το δέρμα του ήτανε σκούρο. Έτρωγε, νομίζω, μια πίτα. Μας κοίταξε με συμπάθεια και του χαμογελάσαμε. Μου φάνηκε πως δάκρυσε. Γύρισα στο Γιώργο. Είχα τα δικά μου προβλήματα, δεν ήθελα να ακούσω την ιστορία ζωής ενός αγνώστου. Μου μίλησε και αυτός για τα δικά του. Τα θέματα του, ίδια σε μεγάλο βαθμό, με τα δικά του.

Προσπαθώ, πάντως, να χαμογελάω, να ονειρεύομαι, να ελπίζω, να μη το βάζω, πάνω απ'όλα κάτω. Ο πιο μεγάλος εχθρός που πρέπει να νικηθεί, είναι ο ίδιος μου ο εαυτός. Πράγματι, όμως, δεν μου'ναι δύσκολο να γελάσω. Σκέφτομαι το Γιώργο να μου χαμογελά και να μου λέει, ''Είμαστε άλογα κούρσας εμείς μωρό μου, δε θα χαθούμε'', το Σταύρο να μου λέει, ''Υπομονή, έχεις αντέξει μαζί μου πολύ χειρότερα'', τον Άρη να μου χαιδεύει τα μαλλιά, το Σταμάτη να μου κλείνει το μάτι για να μου δώσει κουράγιο. Θυμάμαι πρόσωπα, στιγμές, χαμόγελα, δάκρυα, αγγίγματα, φιλιά, υποσχέσεις, συζητήσεις και σκέφτομαι πως τελικά η κατάσταση δεν είναι και τόσο άσχημη εν τέλει. Όλα θα πάνε καλά, ναι ας το πιστέψω και ας κάνω και τους άλλους να το πιστέψουν...