Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Παρασκευή

Μας ξημέρωσε Παρασκευή. Παρόλο που είχα μάθημα πουρνό πουρνό, πήρα ομολογουμένως εύκολα την απόφαση να μην πατήσω σήμερα το ποδαράκι μου στο πανεπιστήμιο. Θες που έπρεπε να σηκωθώ από τις επτά το χάραμα; Θες που το μάθημα είναι γλωσσολογικό και βαριέμαι τη ζωή μου; Θες που η καθηγήτρια είναι ''κάπως'' και μας επισήμανε μέσα σε δύο μαθήματα γύρω στις 100 φορές πως κόβει το 95% των φοιτητών και αρά γιατί την παρακολουθούμε τόσοι; Ε, έτσι κι εγώ δεν πήγα! Διότι ούτως ή άλλως εγώ θα βρίσκομαι αναμφίβολα μέσα στο 95%! Δεν είμαι, άλλωστε , χαζή. Ξέρω καλά ποια είναι η θέση μου!

Κοιμόμουν , λοιπόν , και ονειρευόμουν ''δυο μάτια μαύρα, χωρίς κακία, γεμάτα λαύρα, μα και βλακεία'' όπως λέει και ο Σουρής όταν με ξύπνησε ένα τραγούδι που ερχόταν από κάπου απροσδιόριστα. Όταν συνήλθα λίγο αυτό το... ''κάπου απροσδιόριστα'' το προσδιόρισα. Το ίδιο και το τραγούδι. Ο από πάνω φοιτητής άκουγε στις 10 το πρωΐ το ''Για να εκδικηθώ'' κι είχε πωρωθεί κάργα! Τραγουδούσε με ένα πάθος φοβερό. Εγώ , πάλι , τηρώντας πιστά την παροιμία που λέει πως αν ήταν η ζήλεια ψώρα, θα γιόμιζε όλη η χώρα, άνοιξα τσάκα-τσάκα το ραδιόφωνο και βρήκα το σταθμό στο πιτς φυτίλι! Πωρώθηκα κι εγώ με τη σειρά μου έχοντας αγουροξυπνημένη ανακαθίσει στο κρεβάτι. Γρήγορα θυμήθηκα πως δεν είμαι καν φρεσκοχωρισμένη και άρα μάταια πωρώθηκα. Δε βαριέσαι!

Το σπίτι ήταν χάλια (τι σπάνιο!) κι εγώ βαριόμουν να συμμαζέψω (αυτό είναι ακόμα πιο σπάνιο) κι έτσι ντύθηκα, σενιαρίστηκα, άρπαξα το τσαντί μου και πήρα τους δρόμους. Αγόρασα κι έναν καφέ σε πλαστικό κι ένιωσα σαν άρχοντας! Όταν πήγα και στο αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο; Ε, εκεί πια...ήμουν βασιλιάς. Εκεί που διάβαζα αμέριμνη τις περιγραφές διαφόρων βιβλίων , άκουσα κάποιον να φωνάζει το όνομά μου. Γυρνάω και τι να δω; Τον Λάζαρο. Όπου Λάζαρος, γνωστός μου από την μητέρα-γη. Τον ρώτησα τι δουλειά έχει στα Γιάννενα- ήμουν πάντοτε περίεργη.

''Άστα χρυσουλάκι μου! Τράκαρε ο Νίκος (ο κολλητός του που σπουδάζει στο χημικό) κι έτρεξα να τον δω!'' ''ΑΜΑΝ!'', αναφώνησα, ''είναι καλά;''. ''Ναι, μωρέ , το γομάρι. Μόνο να μας κοψοχολιάζει ξέρει...''. Σωστή παρατήρηση. Ο Νίκος, αν θυμάμαι καλά , έχει συχνά πάρε-δώσε με τα νοσοκομεία για λόγους -ευτυχώς- ελάχιστα σημαντικούς. Μετά εγώ τον κοίταξα ερωτηματικά και ως γνωστή υπέρμαχος της φιλίας τον ρώτησα γιατί δε βρίσκεται στο προσκεφάλι του κολλητού του. Ο Λάζαρος με κοίταξε προσβεβλημένος. ''Τρεις μέρες είμαι δω χρυσουλάκι μου! Στου Νίκου μένω κι όλο στα νοσοκομεία τρέχω! Τη λίμνη δεν κατέβηκα να τη δω- φαντάσου! Ένα ασημικό δεν αγόρασα! Πάλι καλά που'ναι μια χαρά ο γάϊδαρος...''

Για να ζητήσω συγγνώμη, τον προσκάλεσα στο σπίτι μου να πιούμε καφέ. Αυτό το κάνω σπάνια και το'χω για λίγους. Εκείνος δέχτηκε αμέσως αλλά με κοίταξε επιφυλακτικά. Ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν υπάρχει κανένα θέμα. ''Ε, μπορεί να'ναι λίγο χοιροστάσιο το σπίτι μου, αλλά όσο για έναν καφέ...'', του είπα χαριτολογώντας. Ο Λάζαρος έβαλε τα γέλια. ''Α, ναι'', μου είπε , ''θυμάμαι τη σχέση μίσους και αγάπης που'χες πάντα με το νοικοκυριό. Αλλά δεν πειράζει χρυσουλάκι μου! Δεν σε προορίζαμε και ποτέ για νοικοκυρά εσένα!'' Αν με προόριζαν, θα'ταν πολύ περίεργο. 

Πήγαμε στο σπίτι μου και μόλις βρεθήκαμε στο καθιστικό, έριξα μια βιαστική ματιά. Εντάξει, δεν ήτανε και τόσο τραγικά τα πράγματα. Που'ναι άλλες εποχές; Μόνο τα πολλά βιβλία που'τανε σκόρπια από δω και από κει και ο αέρας που βρώμαγε τσιγαρίλα. Μπορεί εγώ να μην καπνίζω, αλλά καπνίζουν όλοι οι γνωστοί μου. Τον έβαλα να κάτσει κι άνοιξα το παράθυρο. Έσιαξα νευρικά το κάλυμμα του καναπέ. ''Αχ, που'σαι μάνα, να δεις τι κάνει το παιδί σου!'', σκέφτηκα. Έπειτα, άρπαξα ένα από αυτά τα αρωματικά χώρου που κάνουν φσσσστ -δώρο ενός συμφοιτητή μου ύστερα από παράπονό μου ότι μου κατάντησε το σπίτι συριανό τεκέ- με άρωμα βανίλια και άρχισα να ψεκάζω το χώρο λες κι είχα σκοπό να ρίξω γκόμενα. Αφού βρώμισε ο τόπος βανίλια, τόσο που ξύνισα τα μούτρα μου, πήγα να του φτιάξω φραπέ στην κουζίνα όπου και ανέπνευσα καθαρό αεράκι. Επιστρέφοντας με τους καφέδες κι ένα σταχτοδοχείο παραμάσχαλα, τον είδα να χαϊδεύει την κιθάρα με τρυφερότητα και αγάπη. Με ρώτησε αν παίζω ακόμα και του είπα πως ναι, αλλά αραιά και που. Λυπήθηκε λίγο γιατί όταν κάναμε περισσότερη παρέα έπαιζα πολύ συχνότερα.

Μιλήσαμε για πολλά και μας πήρε η ώρα. Είπαμε για τις σπουδές, τα ερωτικά κι άλλα τέτοια αναίμακτα. Μετά μιζέρια. ''Άλλα θέλαμε!''. Έπειτα απαισιοδοξία. ''Και μετά τι; Στο μέλλον...πώς;'' Στο τέλος ελπίδα. ''Κάτι δε θα γίνει μωρέ;'' Αποδοχή της κατάστασης. Η διαδρομή είναι γνωστή πια, μάθαμε και προσπερνάμε τις παγίδες. Με ρώτησε αν μπορεί να παίξει στην κιθάρα μου. Του απάντησα, ''ελεύθερα'' και με ψευτομάλωσε. ''Αχ, Δανάη! Πότε θα γίνεις επιτέλους ΛΙΓΟ κτητική; Σε όλα να δίνεις το ελεύθερο;'' Γέλασα. Κάπου έχει δίκιο ο Λαζαράκος.

Πριν χωριστούμε, μου είπε λιγάκι συνωμοτικά πως στην τελική δεν άλλαξα. Είμαι πάντοτε λίγο παιδί. ''Αλίμονο αν δεν ήμουν'', του απάντησα. Συμφώνησε. ''Να τους βράσουμε αυτούς που δεν είναι ΚΑΙ παιδιά!'' 

Ξημερώνει Σάββατο.
Όμορφη βραδιά ρε γαμώτο!
Και το φεγγάρι γεμίζει.

Αγαπημένο τραγούδι από τα λίγα!
 

4 σχόλια:

  1. Έτσι! Να τους βράσετε αυτούς που δεν μπορούν να είναι και παιδιά!
    Καλό ξημέρωμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ρε καημένο πως γίνεται κάθε φορά που γυρνώ απ' έξω ξημέρωμα να αναγκάζομαι να σε βρίζω;;Πραγματικά το χεις βάλει σκοπό της ζωής σου να παραφερθώ!:Ρ:Ρ:Ρ

    Κατά τα λοιπά!!Αφού έχεις βιβλία πεταμένα και όχι περιοδικά μόδας δε πειράζει βρεεε!!Επίσης απαγορεύω τους νεροχύτες με τα άπλυτα!!Πρέπει να βλέπω τους άλλους να τα πλένουν για να έχω κίνητρο!:Ρ:Ρ

    Κατά τα άλλα μια χαρά σε βρίσκω!!Ααααχ!:)
    Μη ρωτάς για αναστέναξα,είδα το τραγούδι από κάτω!!:Ρ

    Καλό ξημέρωμα!!:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. "Πιάστο ΠΡΕΠΕΙ απο το γιώτα και σκίστο ίσα με το Πι"
    Να περάσεις ένα υπέροχο Σ/Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.