Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Πάντα για άλλους μιλάνε...

Χθες ήταν μία special βραδιά! Βλέπεις, αγαπητέ μου αναγνώστα, είχε γενέθλια η κολλητή μου και ανέλαβε να κεράσει όλη την τρελοπαρέα στα καλύτερα! Πρώτα πήγαμε στο σπίτι της,έσβησε τα κεράκια (ένα ήταν βασικά) και τη βοηθήσαμε στο να την εξαφανίσει μέσα σε 5 λεπτά. Έπειτα, πήγαμε έξω για φαγητό και στη συνέχεια επέμενε να πάμε να μας κεράσει τίποτις αλκοολούχο (άμα είναι large ο άνθρωπος...)παρόλο που μαζί με τις πίτσες (όχι τις μπλε, τις κανονικές) είχαμε κατεβάσει κι ένα καφάσι μπύρες. Και τολμώ να πω πως ήπιαμε όλοι μας ιδιαιτέρως πολύ, αλλά είπαμε γιατί. Ήταν η μέρα! Και δώστου τα ''Να μας ζήσει η εορτάζουσα'' και δώστου τα ''Έλα ένα και στην υγειά της παρέας'' και δώστου τα ''Να πεθάνει ο Χάρος και όποιος πει κακό για μας...''. Anyway, η ουσία είναι πως γίναμε όλοι μας φέσι.Όταν φύγαμε,εγώ επέστρεφα στο σπίτι μου παρέα με το Στέφανο και το Σταμάτη γιατί μένουμε σχετικώς κοντά και στην είσοδο της πολυκατοικίας που μένω πιάσαμε κλασικότατα την πάρλα. Φυσικά ήταν αρκετά αργά αλλά αυτό δεν μας πτόησε καθόλου. Το κέφι και των τριών βρισκόταν στα ύψη και γρήγορα πιάσαμε το τραγούδι. Από το ''Μια ζωή την έχουμε'' ως και το ''Ύστατη στιγμή'' του Σιδηρόπουλου. Το ''Τρίο Στούντζες'' σε νέες περιπέτειες, να πούμε. Κι εκεί που η πολυκατοικία ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι, ξάφνου σε κάποια διαμερίσματα άρχισαν να ανάβουν τα φώτα και ο κοσμάκης έβγαινε στις βεράντες του να δει τι τρέχει. Εμείς όμως κύριοι! Κρυφτήκαμε και δε φαινόμασταν! Κι είναι, φίλτατε αναγνώστα, εκείνη η στιγμή που ενώ ξέρεις ότι έχεις κάνει μαλακία και πρέπει να'σαι σοβαρός, μη σου πω να βγάλεις και το σκασμό, εσένα αντιθέτως σε πιάνει νευρικό γέλιο που δεν μπορείς να το ελέγξεις. Ε, εγώ αυτό έπαθα και παρέσυρα και τους άλλους. Μας έβρισε λίγο ο λαουτζίκος, αλλά μετά από λίγο τα πνεύματα ησύχασαν και πήρε καθείς το δρόμο του. Εγώ, για να καταλάβεις δηλαδή το χάλι μου, έπεσα στο κρεβάτι με τα ρούχα και κοιμήθηκα σαν τούβλο.

Ξυπνάω, που λες, το πρωί και σέρνομαι ως την κουζίνα σκουντουφλώντας σε έπιπλα και τοίχους προκειμένου να φτιάξω έναν ρημαδοκαφέ να πιω έχοντας ρίξει ως μπέρτα απάνω στους ώμους μου το σεντόνι - μη ρωτάς το γιατί, μια έμπνευση της στιγμής. Το χάλι μου απερίγραπτο! Τα μαλλιά μπροστά στα μάτια, με το τζιν και την μπλούζα από χθες και το σεντόνι σαν κάπα με ένα shaker στο χέρι να τραγουδώ και πάλι στίχους από την ''Ύστατη στιγμή''. Και πάνω στο ''ήθελε να στο κάνει από πίσω''παρατηρώ μια ξανθή κεφαλή να μου κάθεται πλάτη (για να καταλάβετε σαλόνι-κουζίνα είναι χώρος ενιαίος με ένα πάσο να τους χωρίζει και η πλάτη του καναπέ μας ακουμπά στον τοίχο πάνω στον οποίο είναι το πάσο- μα πώς τα λέω;). Εγώ εδώ απορώ. Ποια είναι η μυστηριώδης ξανθιά της υποθέσεως; Γρήγορα στροφάρω και αντιλαμβάνομαι μετά τρόμου ότι είναι η Παναγιώτα, η θεία του πατέρα μου. Αρχίζω να οπισθοχωρώ με το shaker στο χέρι και είμαι σε φάση ''Μην με δει, μην με δει, μην με δει'' και ξάφνου γυρίζει την κεφαλή της και λέω ''όχι ρε πούστη μου!''. Με καλεί να κάτσω κοντά της. Mε ρωτάει πως πέρασα την προηγούμενη βραδιά κι εγώ της τα εξιστορώ όλα χαρτί και καλαμάρι. Μένει άναυδη και με ρωτά με ύφος επικριτικό ''Γυρνούσες ξημερώματα με δύο άνδρες;'' Λέω...''Μα, είναι φίλοι. Δεν είναι ανδρές. Κατάλαβες πως το λέω!'' Μετά... ''Και τσιρίζατε από κάτω;'' ''Βασικά...τραγουδούσαμε εμείς. Ο κόσμος είναι ξενέρωτος και δεν το εκτιμά ρε Παναγιώτα!'' Και μετά...''Έτσι ντύθηκες;'' Λέω ''Ναι, είχα την τουαλέτα στο καθαριστήριο.'' Και μου λέει ''Μα, γιατί να μην βάλεις ένα φουστανάκι; Πώς κυκλοφορείς έτσι ασουλούπωτη;'' Διατηρώ τη ψυχραιμία μου, αυτά τα ξέρω καλά- μια ζωή με τα ίδια βασανιζόμαστε. Ολόκληρες συζητήσεις για μια φούστα κι ένα φόρεμα που δε φορέθηκαν ποτέ. Ζητώ να μάθω που είναι η μάνα μου και κάτι μου λέει για ένα φαρμακείο και για κάτι φάρμακα.

Χτυπάει το θηροτηλέφωνο κι εγώ σπεύδω να ανοίξω. Είναι ο φίλος Σταμάτης που τον βλέπω να βγαίνει από τον ανελκυστήρα στα ίδια χάλια με εμένα. Με το που με βλέπει με φασκελώνει.
''Το κεφάλι μου είναι γάμησέ τα! Φτιάξε φραπέ και γρήγορα. Τι το θες μωρή το σεντόνι στους ώμους; Ο μέγας-Ναπολέων,παιδιά...'' Μετά βλέπει την Παναγιώτα και παγώνει. ''Βασικά, καλημέρα σας'', της λέει. Εκείνη συνεχίζει να με κράζει, τώρα πια και τον Σταμάτη. Μιλάει για το ποια είναι η σωστή συμπεριφορά των νέων και μετά μου κουνάει το δάχτυλο στα μούτρα. ''Από πότε έχεις να πας εκκλησία;'' και της λέω ''Σάββατο ήταν. Μεγάλο...'' Ο Σταμάτης σκάει στα γέλια. Νέο κράξιμο , αυτή τη φορά για θρησκευτικούς λόγους. Εγώ είμαι στο δίλημμα να το ανοίξω ή να μην το ανοίξω, αλλά ο Σταμάτης δεν με αφήνει να μιλήσω. Το κορυφαίο είναι το ''Τι θα πει ο κόσμος για τα καμώματά σου; Τραγούδια τα ξημερώματα με νεαρούς, εκκλησία δε σε βλέπουν να πηγαίνεις, το βάψιμο σου έντονο και τα περίεργα κοσμήματα που φοράς...μη πω που φοράς συνέχεια μαύρα ρούχα, νέο κορίτσι!'' 

Τότε εγώ γουρλώνω τα μάτια και με το σεντόνι πάντα στους ώμους ανεβαίνω στην πολυθρόνα και αναφωνώ ''ΓΑΜΩΤΟ ΜΟΥ! Deja vu! Θείτσα, αυτό το'χω ξαναζήσει!'' (θείτσα δε τη λέω ποτέ, είναι κυρία νεανίζουσα).Εκείνη με κοιτάζει λες κι είμαι τρελή- μπορεί να'χει και λίγο δίκιο. Μου'ρχονται στο νου σκηνές ανακατωμένες, σκηνές μιας ζωής. Θυμάμαι συγγενείς και γείτονες να κράζουν. Όχι εμένα απαραιτήτως, αλλά τον καθένα. Για κείνη την τσούλα που αλλάζει άντρες συνεχώς (αλλά είναι ελεύθερη), για κείνο τον νεαρό που'ναι gay (αλλά δεν ενοχλεί κανέναν) για κείνη την μεσήλικη που πήρε διαζύγιο αντί να κάνει τουμπεκί για τα παιδιά της (μεγαλύτερη μαλακία απ'αυτή δεν υπάρχει), για μένα που ντύνομαι σαν σατανίστρια (βρισκόμαστε στο Κατσικοχώρι εν έτει 1960; Όχι;), για τον πρώην μου που'μπλεκε συνεχώς σε καυγάδες (μόνο που δε τους ξεκινούσε/συνέχιζε μόνος του) κ.λ.π.
Το κακό είναι ότι οι άνθρωποι έχουν τη τάση να μην  κοιτάζουν ποτέ τη δική τους ζωή, ίσως γιατί δεν αντέχουν να δουν το πόσο σάπια είναι κατά βάθος. Κανείς δε ρίχνει μια ματιά στα δικά του προβλήματα και τα δικά του αδιέξοδα, παρά προτιμά να βγάζει όλη του την κακία επάνω στις πλάτες άλλων κρίνοντας επιφανειακά και τίποτε περισσότερο. Eγώ ξέρω πως οι μεγαλύτερες πουτάνες και οι μεγαλύτεροι πούστηδες (και με συγχωρείς φίλε μου για το λεξιλόγιο) είναι εκείνοι που κρύβονται πίσω από την μάσκα του καθωσπρεπισμού και δε τολμούν να ζήσουν, να αγαπήσουν, να ξεδώσουν, έστω και να ρεζιλευτούν για το γαμώτο, μήπως και τους κρίνει η κύρια Αδιακρίτογλου (λέμε ρε παιδί μου) που ζει στο δεύτερο στενό πίσω από τον ΑΒ Ακριβόπουλο. Αυτά είναι τα κακά της επαρχίας, αν θες τη γνώμη μου.

Κι επιστρέφοντας στην πραγματικότητα απλώς απάντησα στην Παναγιώτα, ''Έχεις δίκιο. Έχω κάνει ένα σωρό αμαρτίες. Προγαμιαία σχέση; Έξοδοι ως τα ξημερώματα; Το ότι δεν νήστεψα ποτέ για πενήντα μέρες; Το ότι δεν πάω εκκλησία; Το ότι ντύνομαι και βάφομαι έτσι; Είμαι και αθυρρόστομη. Μα , σου λέω, αν ήμουν θρήσκα, θα'χα πάει για εξομολόγηση. Έλα όμως που δεν είμαι!'' 
Απ'ότι έμαθα πιο μετά η θείτσα μου έσυρε τα εξ αμάξης στην μάνα μου. Εγώ απλώς λυπάμαι που δεν εκτίμησε το χιούμορ μου. 

Κάπως έτσι σου βγάζουν ξινή την πιο πρόσφατη καφρίλα σου.

Το'πε και η Αλεξίου. Πάντα για άλλους μιλάνε.

6 σχόλια:

  1. Μπα, δε βαριέσαι, δεν είναι προτέρημα της επαρχίας το ότι οι καμήλες της δεν βλέπουν τις δικές τους τις καμπούρες. Έχω βέβαια λίγα χρόνια που ζω στο Άργος, αλλά και στην Αθήνα τα ίδια γίνονταν.

    Άκου τώρα σκηνικό με εμένα και τη μαμά μου.
    Πρόπερσι. Τότε εγώ 50 χρονών, η μαμά 85.
    Πάμε για καφέ στο Ναύπλιο, της λέω.
    Πάμε, μου λέει.
    Φοράει η μήτηρ ταγιεράκι χρώματος μπλε ρουά.
    Εγώ φορούσα ένα παντελόνι φόρμας θεόφαρδο και μακρύ να σέρνεται που θα το ζήλευε κάθε ράπερ που σέβεται τον εαυτό του. Μπλούζα 5 νούμερα μεγαλύτερη καλού κακού γιατί ποτέ δεν ξέρω πότε θα πάρω επιπλέον κιλά. Μποτάκι καστόρινο με τα κορδόνια λυμένα, αλλά δεν σερνόντουσαν, αλήθεια σου λέω. Όλα μαύρα.
    Με κοιτά η μαμά και μετά με ρωτάει: Δεν θα ντυθείς;
    Ντυμένη είμαι, της λέω.
    Μα θα λέει ο κόσμος ότι βγήκα για καφέ με την Φιλιππινέζα μου, μου απαντά και με άφησε άφωνη.

    Οπότε τι να πεις για την Παναγιώτα;
    Εδώ μου τη λέει ακόμα εμένα που είμαι μεσήλιξ η μαμά μου, δεν θα σου την πουν εσένα που είσαι και νέο κορίτσι;

    Άντε, φεύγω, σε ζάλισα σήμερα!
    Φιλιά!

    Καλό Σ/κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ μόνο επαρχία έχω ζήσει και για Αθήνα δεν έχω γνώμη. Απλώς πίστευα ότι εκεί τα πράγματα θα'ταν λίγο πιο απρόσωπα. Αλλά αν λες πως είναι παντού το ίδιο..άστα. :P

      Α, τόσο καλά...
      εντάξει, τότε δε θα περιμένω καμία βελτίωση και για τα επόμενα χρόνια!! :P

      Καλή εβδομάδα!

      Διαγραφή
  2. Αθυρόστομο πλάσμα που μεθά και τα πίνει με άντρες!!ΟΥ ΝΑ ΜΟΥ ΧΑΘΕΙΣ ΞΕΔΙΑΝΤΡΟΠΗ!!Φωτια θα πέσει και θα σε κάψει δε ντρέπεσαι!!!Τσ τσ τσ!!!:Ρ:Ρ:Ρ:Ρ:Ρ:Ρ

    Γαμάτα περάσατε!!:Ρ:Ρ

    Αυτό το καλοκαίρι είπαμε θα τα κάνουμε ΟΛΑ!!!::Ρ:Ρ:Ρ:Ρ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρας ΗΘΙΚΕ... :P Ξέρεις πόσο καλό κορίτσι είμαι, right? :P

      Όντως. :P

      Εσύ το'ριξες στα μεθύσια που'λεγες? :P

      Διαγραφή
    2. ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩΩΩ ΗΘΙΚΟΟΟΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟΟΟΟΟ;;;;;ΑΝ ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΘΑ ΕΒΛΕΠΑ ΑΥΤΗΗΗΗΝ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑΑΑ;;;:Ρ:Ρ:Ρ

      http://www.youtube.com/watch?v=HivpnvswVng

      χαχαχαχαχα!Να την δεις είναι πολύ ωραία και ανατρεπτική!:Ρ

      Εμ είναι ερώτηση παγίδα;;;;:Ρ

      Ναι!!:Ρ

      Ε εντάξει πίνω αλλά δεν είμαι πότης!!Δεν έχω μεθύσει καθόλου!!:Ρ:Ρ

      Διαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.